μενσεβίκοι


μενσεβίκοι
(mensheviks). Ονομασία της μειοψηφίας του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Ρωσίας. Δημιουργήθηκε το 1903 κατά το B’ Συνέδριο του κόμματος στις Βρυξέλλες και το Λονδίνο, μετά τον διχασμό των σοσιαλιστών σε ένα πλειοψηφικό ρεύμα που αποτέλεσε το μπολσεβικικό κόμμα (Λένιν) και στον σχηματισμό του μενσεβικικού από τους υπόλοιπους (Μάρτοφ, Μαρτίνοφ, Ποτρέσοφ και Πλεχάνοφ). Οι μ. ήταν μικροαστικό κόμμα, χωρίς μαζική προλεταριακή βάση. Ως πολιτικό ρεύμα δεν ήταν ομοιογενές, αλλά περιελάμβανε διάφορες παραλλαγές και αποχρώσεις, όπως ο τροτσκισμός την εποχή της εμφάνισής του. Παραδεχόταν τις μαρξιστικές θέσεις ως προς τη σημασία των αντικειμενικών συνθηκών για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση, αλλά θεωρούσε ασήμαντο τον υποκειμενικό παράγοντα, τον βαθμό της συνειδητοποίησης και της οργάνωσης της επαναστατικής πρωτοπορίας, γι’ αυτό και δεν κατανοούσε τη σημασία του κόμματος ως ιδεολογικού ηγέτη και οργανωτή της εργατικής τάξης. Στο B’ Συνέδριο στο Λονδίνο (1903) οι μ. δεν θεώρησαν αναγκαίο να σχηματιστεί ένα συγκεντρωτικό μαρξιστικό κόμμα, αρνήθηκαν την αυστηρή κομματική πειθαρχία και προσανατολίστηκαν στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της δυτικής Ευρώπης, τα οποία ακολουθούσαν την πολιτική των ανοιχτών θυρών. Δέχονταν στο κόμμα οποιονδήποτε ήθελε να ενταχθεί σε αυτό, χωρίς να του επιβάλλουν να εργάζεται στην κομματική οργάνωση ή να υποτάσσεται στην κομματική πειθαρχία, θεωρώντας δυνατή μια επανάσταση στη Ρωσία μόνο μετά το πέρασμα της χώρας από μια αστική-καπιταλιστική φάση δυτικού τύπου. Μετά το συνέδριο του 1903, οι μ. αποτέλεσαν ξεχωριστή φράξια, ακολουθώντας τον δρόμο της διάσπασης και της αποδιοργάνωσης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Στα επόμενα συνέδρια υπήρχε αρχικά μια τυπική ενότητα μπολσεβίκων και μ. που φθειρόταν συνεχώς, έως ότου η ΣΤ’ Πανρωσική Συνδιάσκεψη (Πράγα, 1912) διέγραψε τους μ. από το κόμμα· οι τελευταίοι αποτέλεσαν έκτοτε αυτοτελές κόμμα, το οποίο συνεργαζόταν με τα προοδευτικά αστικά κόμματα. Οι μ. αντιτάχθηκαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και κινητοποίησαν δυνάμεις για αντισοβιετικό αγώνα· μάλιστα, συνεργάστηκαν με τον Κερένσκι εναντίον της επανάστασης των μπολσεβίκων. Η στάση αυτή προκάλεσε αντίδραση στους κόλπους των μ., από την οποία δημιουργήθηκε η αριστερίζουσα παράταξη των διεθνιστών (Μάρτοφ), κινούμενη εναντίον της συνεργασίας με αστικά κόμματα. Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων, οι μ. εμφανίζονταν σε παράνομες αντεπαναστατικές οργανώσεις. Στις περιοχές όπου η σοβιετική εξουσία καταλύθηκε προσωρινά το 1918, μετείχαν στις κυβερνήσεις των Λευκοφρουρών, γεγονός που αποκάλυψε πλήρως την αντιλαϊκή τους υπόσταση. Τα αριστερά στοιχεία που δούλευαν στα κεντρικά και τα τοπικά όργανα του μενσεβικικού κόμματος εγκατέλειψαν τις γραμμές του, ενώ οι οπαδοί του είτε διέφυγαν στο εξωτερικό είτε προσχώρησαν στους μπολσεβίκους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λένιν — (Lenin, Σιμπίρσκ 1870 – Γκόρκι, Μόσχα 1924). Ψευδώνυμο του Ρώσου επαναστάτη, θεωρητικού του κομουνισμού, ιδρυτή του μπολσεβικισμού και της Σοβιετικής Ένωσης Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ (Vladimir Ilich Ulianov). Τα νεανικά και φοιτητικά χρόνια του Λ …   Dictionary of Greek

  • επανάσταση — Η ριζική μεταβολή μιας ορισμένης τάξης πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων, η οποία, σε γενικές γραμμές, βασίζεται στην υποτιθέμενη ή στην πραγματική θέληση των λαϊκών μαζών και πραγματώνεται οργανωμένα και συνειδητά με μια ενέργεια περισσότερο ή… …   Dictionary of Greek

  • μπολσεβικισμός — Θεωρία και διδασκαλία της πλειοψηφίας της αριστερής πτέρυγας του ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Ο μ. πήρε την υλική του υπόσταση στο προλεταριακό κόμμα νέου τύπου, που ίδρυσε ο B.I. Λένιν. Ουσιαστικά άρχισε να διαμορφώνεται το 1903, τότε… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.